Δημήτρης Βερβεσός: Διοικητική Δικαιοσύνη – Μεταρρυθμιστικές προκλήσεις και αναγκαίες υπερβάσεις

Η χώρα και η κοινωνία τελούν υπό το άχθος διπλής κρίσης, οικονομικής και πανδημικής. Υπό το βάρος αυτό, οι πολίτες προσβλέπουν στην Δικαιοσύνη, και δη τη διοικητική δικαιοσύνη, ως λυσιτελές ανάχωμα των καταχρήσεων της πολιτικής εξουσίας και ως έσχατο καταφύγιο για την εμπέδωση της νομιμότητας στις σχέσεις με το κράτος.

Στην κρίσιμη αυτή συγκυρία οφείλουμε να επιδιώξουμε, διοικητικοί δικαστές και δικηγορικό σώμα την εξεύρεση κοινών τόπων, με καλή πίστη και εποικοδομητικό πνεύμα επ’ αγαθώ της Δικαιοσύνης που ταχθήκαμε να υπηρετούμε. 

Η ανάδειξη στο δημόσιο λόγο και στη νομική κοινότητα της  ανάγκης μεταρρυθμίσεων στη διοικητική δικαιοσύνη αποτελεί θετική συνεισφορά και συμβολή στον κοινό στόχο της ταχείας και ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Είναι, όμως, μόνον ένα πρώτο βήμα, που κινδυνεύει να μείνει μετέωρο αν δεν πλαισιωθεί με τα επιβαλλόμενα θεσμικά χαρακτηριστικά και αν δεν ικανοποιηθούν οι θεμελιακές προϋποθέσεις ενός ισότιμου, γόνιμου διαλόγου όλων των παραγόντων της Δικαιοσύνης. Και εξηγούμαι:

Τα προβλήματα που αφορούν στη διοικητική δίκη απαιτούν σφαιρική αντιμετώπιση και συνολική προσέγγιση. Δεν χωρούν κοντόθωρες λύσεις και σίγουρα δεν αρκούν απρόσφορες οργανωτικές αναδιατάξεις και αποσπασματικές παρεμβάσεις διοικητικού χαρακτήρα.

Τα διοικητικά δικαστήρια έχουν ανάγκη αναμόρφωσης του δικονομικού πλαισίου λειτουργίας τους, σοβαρής υλικοτεχνικής υποστήριξης, τολμηρής αναδιάρθρωσης στο κανονιστικό πλαίσιο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, και ασφαλώς επιτάχυνσης του χρόνου απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης.

Με αυτές τις θεμελιακές, υπαρξιακού χαρακτήρα προτεραιότητες κατά νου, είναι φανερό ότι απαιτείται σοβαρός διάλογος, με πρωτοβουλία και ευθύνη του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όλων των εμπλεκομένων φορέων (δικαστικών λειτουργών, Διοικήσεων δικαστικών σχηματισμών, Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Δικηγορικών Συλλόγων, Δικαστικών Ενώσεων και δικαστικών υπαλλήλων) και όχι παράλληλοι μονόλογοι στην κατεύθυνση υλοποίησης μεμονωμένων προτάσεων, που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, και πόρρω απέχουν από το να ικανοποιούν τις πραγματικές ανάγκες της διοικητικής δικαιοσύνης.

Ο διάλογος, προκειμένου να έχει στοιχεία ουσιαστικής τεκμηρίωσης και αποτελεσματικότητας, προϋποθέτει να έχουν περιέλθει σε γνώση όλων των φορέων συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία και αριθμητικά δεδομένα για κάθε δικαστικό σχηματισμό της διοικητικής δικαιοσύνης, ώστε να μπορούν να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Ως Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος έχουμε ζητήσει τόσο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, όσο και από τους αρμόδιους δικαστικούς σχηματισμούς, να λάβουμε γνώση των στοιχείων αυτών (αριθμό δικαστών ανά δικαστήριο, αριθμό εισερχομένων δικαστικών υποθέσεων ανά δικαστικό σχηματισμό σε ετήσια βάση, αριθμό εκδιδομένων αποφάσεων τόσο συνολικά όσο και ανά δικαστή, χρόνο προσδιορισμού των υποθέσεων προς συζήτηση, χρόνο έκδοσης των αποφάσεων κ.ο.κ.). Δυστυχώς, μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει την παραμικρή πληροφόρηση.

Τέτοια στοιχεία δεν χορηγήθηκαν, μάλιστα, ούτε στους εκπροσώπους των Δικηγορικών Συλλόγων, κατά τις συναντήσεις τους με την Ομάδα Εργασίας που συγκροτήθηκε στο ΣτΕ τον Μάρτιο του 2021 για την ανασυγκρότηση της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Το γεγονός αυτό, καθιστά, δυστυχώς, την όποια απόπειρα διαλόγου αναποτελεσματική και προσχηματική και γι’ αυτό ζητήσαμε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης τη συγκρότηση ad hoc Επιτροπής για την συνολική συζήτηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων της Διοικητικής Δικαιοσύνης και την άμεση χορήγηση στοιχείων και στατιστικών δεδομένων.

Προς αποφυγή παρερμηνειών, σπεύδω να διευκρινίσω ότι το δικηγορικό σώμα ζητεί στατιστικά στοιχεία, και επιθυμεί, πράγματι, να εντοπιστούν αβελτηρίες ή φαινόμενα καθυστερήσεων όχι διότι θέλουμε να στοχοποιήσουμε μεμονωμένους δικαστές, αλλά πρωτίστως διότι δεν νοείται συλλογική ευθύνη. Η πλειοψηφία των δικαστών που με κόπους και θυσίες ανταποκρίνονται στο έργο τους, δεν μπορεί να δέχεται τη μομφή της βραδείας απονομής της δικαιοσύνης. Οι λίγοι που ευθύνονται πρέπει να ελέγχονται και να αξιολογούνται, πάντοτε με πλήρη διασφάλιση όλων των δικονομικών εγγυήσεων.

Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου για τα τις μεταρρυθμιστικές προκλήσεις της διοικητικής δικαιοσύνης θεωρώ κρίσιμο να τεθούν δημόσια ορισμένα κομβικά θέματα για τη λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης.

Κατ’ αρχάς το πρόβλημα των υπερβολικών καθυστερήσεων αποφλοιώνει τη δικαστική προστασία και οδηγεί εν δυνάμει σε αρνησιδικία.  Το ΕΔΔΑ έχει άλλωστε κρίνει ότι οι μεγάλες καθυστερήσεις στις διαδικασίες ενώπιον όλων των δικαιοδοσιών  αρχής γενομένης με την απόφαση Αθανασίου κατά Ελλάδος, για τη διοικητική δικαιοσύνη, δεν αποτελούν απλώς παράβαση των άρθρων 6 § 1 και 13 της ΕΣΔΑ, δηλαδή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη μέσα σε εύλογη προθεσμία και του δικαιώματος για ουσιαστική επανόρθωση, αλλά αποκαλύπτουν παράλληλα την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος συστημικού χαρακτήρα. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι λύσεις που επιδιώχθηκαν με τον ν. 3900/2010 όχι μόνο δεν αντιμετώπισαν ριζικά το πρόβλημα, αλλά προκάλεσαν και πρόσθετες δυσλειτουργίες. Για να αναφερθώ σε πραγματικά παραδείγματα: είναι απαράδεκτο να χρειάζονται 8 χρόνια για να εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση επί κοινωνικοασφαλιστικής προσφυγής, και 17 χρόνια για να εκδοθεί αμετάκλητη εκτελεστή απόφαση επί αγωγής αποζημίωσης κατά δημοσίου νοσοκομείου για ιατρικό σφάλμα!

Δεν πρέπει να λησμονούμε, ακόμη, ότι κρίσιμα λειτουργικά ζητήματα, μοιραία επηρεάζουν το ρυθμό απονομής της δικαιοσύνης. Ο αριθμός των δικασίμων και οι χρεώσεις ανά δικαστή αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Φρονούμε ότι η λύση στα ζητήματα αυτά δεν μπορεί να προέρχεται ούτε από συνδικαλιστικές αντεγκλήσεις, ούτε με επίκληση, δίκην πανάκειας, του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων. Ζητήματα που άπτονται της πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη και της άσκησης θεμελιώδους δικαιώματός τους πρέπει να επιλύονται από τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη.

Περαιτέρω, οι αλλεπάλληλες δικονομικές μεταβολές στο όνομα της επιτάχυνσης απομείωσαν το επίπεδο δικαστικής προστασίας. Η εκθετική αύξηση των παραβόλων και εν γένει των δικαστικών δαπανημάτων γίνεται ανάχωμα για την πρόσβαση των πλέον αδύναμων πολιτών στη δικαιοσύνη.

Σε επίπεδο ενδοδικαστικού ελέγχου των αποφάσεων ο αναιρετικός έλεγχος από το ΣτΕ έφτασε να είναι «πουκάμισο αδειανό», μετά τα προσκόμματα που έθεσε ο ν. 3900/2010.  Θεωρώ αδιανόητο να μην μπορεί να ελεγχθεί η προδήλως αντιφατική αιτιολογία μιας απόφασης κατώτερου δικαστηρίου, και να πρέπει κάθε φορά ο διάδικος ως προϋπόθεση του παραδεκτού να επικαλείται αντίθετη νομολογία του ΣτΕ ή ανυπαρξία τοιαύτης.

Ανάλογα κενά παρατηρούνται και σε επίπεδο προσωρινής δικαστικής προστασίας. Πώς είναι δυνατόν ο παρεμβαίνων που εκκαλεί την δυσμενή γι’ αυτόν απόφαση ακυρωτικού σχηματισμού διοικητικού εφετείου ενώπιον του ΣτΕ να στερείται της δυνατότητος αναστολής της εκδοθείσας απόφασης, ακόμη κι αν συντρέχει ανεπανόρθωτη γι’ αυτόν βλάβη;

Στα ουσιαστικά κενά της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας συμπεριλαμβάνεται αναμφίβολα η ελλιπής συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Θα πρέπει, νομίζω, πέραν της δυνατότητας απεύθυνσης συγκεκριμένης εντολής προς την διοίκηση, να δύναται ο δικαστής, εφόσον το κρίνει επιβεβλημένο να προβαίνει ο ίδιος στην απαιτούμενη διάπλαση της έννομης κατάστασης, ώστε η διαφορά να τέμνεται τελειωτικά από το δικαστήριο και να αποφεύγεται το πρόσθετο συχνά χρονοβόρο στάδιο της συμμόρφωσης της διοίκησης με την απόφαση (π.χ. για την έκδοση των αναγκαίων διοικητικών πράξεων).

Παράλληλο, εξίσου σημαντικό, ζήτημα είναι η καταδήλως άνιση – υπερέχουσα θέση του Δημοσίου, ως διαδίκου στη διοικητική δίκη. Πρόκειται για διάδικο που διαθέτει υπερπρονόμια σε βάρος των ιδιωτών και που κατά σύστημα υιοθετεί κακόπιστη δικονομική συμπεριφορά. Αρκεί να αναφερθώ στα δύο πλέον τετριμμένα παραδείγματα της δικαστηριακής πραγματικότητας: αφ’ ενός την καθυστέρηση αποστολής διοικητικού φακέλου, με συνέπεια τις αλλεπάλληλες αναβολές (σχεδόν πάντα, χωρίς κυρώσεις για το δημόσιο), και αφ’ ετέρου την συστηματική άσκηση αβάσιμων ενδίκων βοηθημάτων. Κοινή συνισταμένη των απαράδεκτων αυτών πρακτικών είναι η μέχρις εξαφανίσεως απίσχναση της δικαστικής προστασίας του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας των πολιτών. 

Οι παραπάνω σκέψεις φιλοδοξούν να συμβάλουν στην κοινή στόχευση όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης, που  είναι -και πρέπει να είναι-  η παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, στο όνομα των οποίων -και μόνον- απονέμεται η Δικαιοσύνη κατά το Σύνταγμα.

Οι δικηγόροι θέλουμε να εργαστούμε στην κατεύθυνση αυτή με όλες μας τις δυνάμεις. Μακριά από συντεχνιασμούς και στείρες αντιπαραθέσεις. Αντίθετα, φύσει και θέσει, λόγω και έργω, επιδιώκουμε και θα επιδιώξουμε την απροκατάληπτη, ειλικρινή συνεργασία όλων των συλλειτουργών της Δικαιοσύνης, με αμοιβαίο σεβασμό στο θεσμικό ρόλο και το έργο του καθενός.

Διότι σε μια εποχή, που η εμπιστοσύνη του πολίτη στη Δικαιοσύνη δοκιμάζεται, έχουμε όλοι χρέος να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να βρούμε λύσεις αμοιβαία αποδεκτές και επωφελείς πρωτίστως για την ίδια Δικαιοσύνη.

*Δημήτρης Βερβεσός, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

*Ομιλία στην ετήσια γενική συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών 

Πηγή fantomas.gr

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*