Ουκρανία: Ένας προαναγγελθείς πόλεμος – Γιατί δεν σταμάτησε η Δύση τον Πούτιν;

Στις αρχές Νοεμβρίου, μήνες προτού ξεκινήσει ο πόλεμος, ο διευθυντής της CIA, Ουίλιαμ Μπερνς, επισκέφθηκε τη Μόσχα για να μεταφέρει μια προειδοποίηση. Οι ΗΠΑ πίστευαν ότι ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, ετοιμάζεται να εισβάλει στην Ουκρανία. Αν προχωρούσε, θα αντιμετώπιζε σκληρές κυρώσεις από μια ενωμένη Δύση, ήταν το μήνυμα. Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ της εφημερίδας Wall Street Journal, ο επικεφαλής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών είχε ασφαλή τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πούτιν, ο οποίος βρισκόταν στο θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας, Σότσι, απομονωμένος από όλους, πλην ελαχίστων στενών συνεργατών του. Ο Ρώσος πρόεδρος δεν επιχείρησε να διαψεύσει την κατηγορία του Μπερνς. Αντιθέτως, απαρίθμησε μια λίστα με καταγγελίες για το πώς οι ΗΠΑ αψήφησαν επί μακρόν τις ανησυχίες της Ρωσίας στον τομέα της ασφάλειας. Οσο για την Ουκρανία, ο Πούτιν είπε στον Μπερνς ότι δεν είναι μια πραγματική χώρα.

Οταν επέστρεψε στην Ουάσιγκτον, ο επικεφαλής της CIA συμβούλευσε τον πρόεδρο Μπάιντεν να θεωρήσει πως ο Πούτιν δεν έχει ακόμη πάρει οριστική απόφαση, αλλά κλίνει σοβαρά προς την κατεύθυνση της εισβολής. Με δεδομένα πως οι ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται σημαντικά από τη ρωσική ενέργεια, ο ρωσικός στρατός έχει εκσυγχρονιστεί, η Γερμανία βρίσκεται σε φάση κυβερνητικής μετάβασης και οι ΗΠΑ δίνουν έμφαση στην ανερχόμενη απειλή της Κίνας, ο Πούτιν είδε αυτόν το χειμώνα ως την ιδανική ευκαιρία να επαναφέρει την Ουκρανία στον έλεγχο της Μόσχας.

Διπλή αποτυχία

Τους επόμενους τρεις μήνες, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να πείσει τους Ευρωπαίους συμμάχους της να συμπήξουν ένα ενιαίο μέτωπο. Οι ΗΠΑ είχαν διττό στόχο: να αποθαρρύνουν τον Πούτιν, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως προκλήσεις και να εξοπλίσουν την Ουκρανία ώστε να καταστήσουν μια εισβολή όσο το δυνατόν πιο οδυνηρή και δαπανηρή. Τελικά η Δύση απέτυχε τόσο να αποτρέψει τον Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία, όσο και να τον διαβεβαιώσει ότι ο δυτικόστροφος προσανατολισμός της Ουκρανίας δεν απειλεί το Κρεμλίνο.

Πλέον αυτό έχει γίνει ένα γνωστό κι επαναλαμβανόμενο σχήμα. Για δύο δεκαετίες, ΗΠΑ και Ε.Ε. δεν μπορούν να αποφασίσουν πώς να αντιμετωπίσουν τον Ρώσο ηγέτη, ο οποίος λαμβάνει όλο και πιο επιθετικά μέτρα για να επιβεβαιώσει την κυριαρχία της Μόσχας στην Ουκρανία και άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Μια ματιά στην ιστορία των ρωσοδυτικών εντάσεων, που βασίζεται σε συνεντεύξεις με πάνω από 30 αξιωματούχους στις ΗΠΑ, στην Ε.Ε., στην Ουκρανία και στη Ρωσία δείχνει πώς οι δυτικές πολιτικές εξαγρίωσαν τη Μόσχα, χωρίς να την αναχαιτίσουν. Ο Πούτιν επανειλημμένως έβλεπε την Ουκρανία ως ζωτικής σημασίας σκαλοπάτι για το σχέδιο περί παλινόρθωσης του ρωσικού μεγαλείου. Το μεγαλύτερο ερώτημα που εγείρεται από αυτήν την ιστορία είναι γιατί η Δύση απέτυχε να διαγνώσει νωρίτερα τον κίνδυνο.

Η Ουάσιγκτον υπό Ρεπουμπλικανούς αλλά και Δημοκρατικούς προέδρους, καθώς και οι σύμμαχοί της, ήλπιζαν αρχικά να ενσωματώσουν τον Πούτιν στη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων. Οταν ο Πούτιν δίστασε, οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι δεν είχαν καμία όρεξη να επιστρέψουν στη στρατηγική της ανάσχεσης που ακολούθησε η Δύση έναντι της Σοβιετικής Ενωσης. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε., ηγήθηκε του μεγάλου στοιχήματος της Ενωσης στην ειρήνη μέσω εμπορίου, αναπτύσσοντας μια εξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, την οποία τώρα το Βερολίνο, υπό διεθνή πίεση, προσπαθεί να αναστρέψει.

Το ΝΑΤΟ έκανε μια εξαγγελία το 2008 πως η Ουκρανία και η Γεωργία θα ενταχθούν κάποια στιγμή στη Συμμαχία και επί 14 χρόνια δεν υλοποίησε την υπόσχεση. Η Ε.Ε. συνήψε εμπορική συμφωνία με την Ουκρανία χωρίς να λάβει υπόψη της την απάντηση της Ρωσίας. Οι δυτικές πολιτικές δεν άλλαξαν δραματικά μετά τις περιορισμένες εισβολές της Ρωσίας στη Γεωργία και στην Ουκρανία, ενθαρρύνοντας τον Πούτιν ότι μια ολομέτωπη επιχείρηση για να κατακτήσει την Ουκρανία δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερα αποφασισμένη αντίσταση, είτε διεθνώς είτε εκ μέρους της Ουκρανίας, μιας χώρας της οποίας η ανεξαρτησία έχει επανειλημμένως δηλώσει πως αποτελεί ατύχημα της Ιστορίας.

 

Μετά το τέλος της ΕΣΣΔ

Οι απαρχές του πολέμου βρίσκονται στη βαθιά αμφιθυμία της Ρωσίας για τη θέση της στον κόσμο μετά το τέλος της Σοβιετικής Ενωσης. Μια συρρικνωμένη Ρωσία είχε ανάγκη τη συνεργασία με τη Δύση για να εκσυγχρονίσει την οικονομία της, αλλά ουδέποτε συμφιλιώθηκε με την απώλεια του ελέγχου των γειτόνων της στην ανατολική Ευρώπη. Ουδείς γείτονας ήταν τόσο σημαντικός για τη Ρωσία και το μέλλον της όσο η Ουκρανία. Η τσαρική κατάκτηση των εδαφών της σημερινής Ουκρανίας κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα ήταν κρίσιμη για την ανάδυση της Ρωσίας ως μιας μεγάλης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας. Οι υπό κατάρρευση ρωσικές αυτοκρατορίες έχασαν την Ουκρανία από αυτονομιστικά κινήματα εν μέσω ήττας πρώτα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ξανά το 1991, όταν οι Ουκρανοί ψήφισαν συντριπτικά υπέρ της ανεξαρτησίας τους.

Μετά τη χαοτική δεκαετία του 1990, οι βετεράνοι των μυστικών υπηρεσιών γύρω από τον Πούτιν διαμαρτυρήθηκαν με πίκρα γι’ αυτό που θεωρούσαν ως δυτική περικύκλωση της παραδοσιακής σφαίρας επιρροής της Μόσχας σε κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Μια σειρά από νέα δημοκρατικά κράτη που υπήρξαν δορυφόροι της Μόσχας ή πρώην σοβιετικές δημοκρατίες εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., θεωρώντας τη συμμετοχή τους σε αμφότερες οργανώσεις ως την καλύτερη διασφάλιση της κυριαρχίας τους απέναντι στις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της Ρωσίας. Ιδωμένη από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη, η προς ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ δεν απειλούσε τη ρωσική ασφάλεια. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ είναι στην ουσία μια υπόσχεση συλλογικής προάσπισης ενός μέλους σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση. Η Ρωσία είχε ακόμη ένα τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο και τις περισσότερες συμβατικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Ο Πούτιν αντιμετώπιζε τα συμφέροντα της Ρωσίας με μεγαλύτερη ευρύτητα, συνδέοντας τη διατήρηση της επιρροής της Μόσχας με τις παρακείμενες χώρες με τους στόχους του για αναβίωση της παγκόσμιας ισχύος της Ρωσίας και την εδραίωση της αυταρχικής εξουσίας του στο εσωτερικό.

Η σύνδεση αυτή έγινε σαφής κατά τις προεδρικές εκλογές στην Ουκρανία το 2004. Ο Πούτιν έδωσε στις ΗΠΑ να καταλάβουν προκαταβολικά ποιος έπρεπε να νικήσει. Οταν η τότε σύμβουλος Ασφαλείας, Κοντολίζα Ράις, επισκέφθηκε τον Πούτιν στην ντάτσα του έξω από τη Μόσχα τον Μάιο του ίδιου χρόνου, ο Ρώσος ηγέτης τής σύστησε τον Ουκρανό υποψήφιο πρόεδρο, Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Η Ράις συμπέρανε ότι ο Πούτιν είχε οργανώσει την τυχαία συνάντηση για να υπογραμμίσει το ενδιαφέρον του για την έκβαση των εκλογών, θυμήθηκε σε πρόσφατη συνέντευξή της. Η αρχική νίκη του Γιανουκόβιτς αμαυρώθηκε από αιτιάσεις για νοθεία και άσκηση βίας σε ψηφοφόρους, πυροδοτώντας πολυήμερες διαδηλώσεις και απεργίες που βαφτίστηκαν «Πορτοκαλί Επανάσταση». Το ανώτατο δικαστήριο της Ουκρανίας ζήτησε τη διενέργεια νέας αναμέτρησης, την οποία κέρδισε ο φιλοδυτικός υποψήφιος Βίκτορ Γιούσενκο. Το Κρεμλίνο είδε την Πορτοκαλί Επανάσταση σαν μια εκστρατεία αποσταθεροποίησης υποκινούμενη από τις ΗΠΑ με στόχο να σύρει την Ουκρανία μακριά από την τροχιά της Μόσχας και ως πρελούδιο παρόμοιας επιχείρησης στην ίδια τη Ρωσία. Για να διασκεδάσει τους φόβους της Μόσχας, η κυβέρνηση Μπους σκιαγράφησε την περιορισμένη οικονομική στήριξη προς τα ουκρανικά ΜΜΕ και τις ΜΚΟ ως προώθηση των δημοκρατικών αξιών. Το συνολικό κόστος ήταν 14 εκατ. δολάρια. Ο Λευκός Οίκος θεωρούσε πως το ταπεινό αυτό ποσό ήταν συνεπές με την ατζέντα Μπους περί ελευθερίας για την ενίσχυση της δημοκρατίας, αλλά καθόλου επαρκές για να αλλάξει ο ρους της Ιστορίας.

Η χειρονομία επιβεβαίωσε απλώς τις υποψίες της Ρωσίας. «Εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα που θεωρούσαν πως εξασφαλίσαμε για 14 εκατ. δολάρια», λέει στη WSJ ο Τομ Γκρέιχαμ, ανώτατος διευθυντής του συμβουλίου εθνικής ασφάλειας του Μπους για τη Ρωσία. Τρεις μήνες αφότου έχασε την ουκρανική κυβέρνηση από έναν φιλοδυτικό πρόεδρο, ο Πούτιν αποκήρυξε τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ως «τη μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του αιώνα».

Για μια σειρά από λόγους ο Ρώσος πρόεδρος είδε αυτόν τον χειμώνα ως την ιδανική ευκαιρία να επαναφέρει την Ουκρανία στον έλεγχο της Μόσχας. Φωτ. MIKHAIL METZEL / SPUTNIK / KREMLIN POOL PHOTO VIA A.P
Η ομιλία στην Μπούντεσταγκ

Ο Πούτιν έδειξε ωστόσο ένα άλλο πρόσωπο στους Δυτικοευρωπαίους συνομιλητές του, ενθαρρύνοντάς τους να πιστέψουν ότι ήθελε η Ρωσία να είναι μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής οικογένειας. Λίγο αφότου έγινε πρόεδρος, γοήτευσε τη γερμανική Βουλή με μια ομιλία, στην οποία δεσμεύθηκε να οικονομήσει μια ισχυρή ρωσική δημοκρατία και να συνεργαστεί με τη Δύση. Μιλώντας σε άπταιστα γερμανικά, τα οποία τελειοποίησε όταν ήταν στέλεχος της KGB στην πρώην ανατολική Γερμανία, διακήρυξε πως «ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε». Γοήτευσε πολιτικούς και επιχειρηματικούς ηγέτες σε όλη την Ευρώπη και άνοιξε δρόμο για ανθηρές εμπορικές σχέσεις. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες χαρακτήρισαν τη Ρωσία «στρατηγικό εταίρο». Ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, πρωθυπουργός της Ιταλίας, ήταν μεταξύ εκείνων που τον θεωρούσαν στενό φίλο. Οι αντιλήψεις άλλαξαν τον Ιανουάριο του 2007, όταν ο Πούτιν εξέφρασε την αυξανόμενη αγανάκτησή του κατά της Δύσης στο ετήσιο συνέδριο ασφαλείας του Μονάχου. Σε μια μακρά, παγωμένη ομιλία, αποκήρυξε τις ΗΠΑ ότι προσπαθούν να δημιουργήσουν διά της βίας ένα μονοπολικό κόσμο, κατηγόρησε το ΝΑΤΟ πως αθετεί τις υποσχέσεις του διευρυνόμενο προς ανατολάς και αποκάλεσε τη Δύση υποκριτική, που κάνει μαθήματα δημοκρατικών αξιών στη Ρωσία.

Το Βουκουρέστι και το «μήνυμα» της εισβολής στη Γεωργία

Ο Βίκτορ Γιούσενκο προσπάθησε να εδραιώσει τη θέση της Ουκρανίας ως δυτικής χώρας. Στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2008, ο Ουκρανός ηγέτης είχε συνομιλία με την τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, αναζητώντας τρόπο εισόδου στο ΝΑΤΟ. Η διαδικασία για να γίνει η χώρα μέλος του ΝΑΤΟ ονομάσθηκε Σχέδιο Δράσης Εισόδου (ΣΔΕ). «Χρειάζομαι ένα ΣΔΕ. Πρέπει να προσφέρουμε στον ουκρανικό λαό στρατηγικό όραμα για το μέλλον. Πρέπει οπωσδήποτε να το κάνουμε», είπε ο Γιούσενκο, σύμφωνα με την κ. Ράις. Οταν το αίτημα συζητήθηκε στο εθνικό συμβούλιο ασφαλείας, ο Τζορτζ Μπους είπε ότι το ΝΑΤΟ όφειλε να είναι ανοικτό σε κάθε χώρα που επιθυμεί να γίνει μέλος και πληροί τις προϋποθέσεις. Η Συμμαχία συγκάλεσε σύνοδο κορυφής στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008, στο κολοσσιαίο Ανάκτορο της Εθνοσυνέλευσης, κατασκευασμένο από τον πάλαι ποτέ δικτάτορα της κομμουνιστικής Ρουμανίας, Νικολάε Τσαουσέσκου. Οι σύνοδοι του ΝΑΤΟ είναι συνήθως προσεκτικά χορογραφημένες. Οσο και να προσπάθησε, όμως, ο Λευκός Οίκος απέτυχε να ξεπεράσει τη γαλλο-γερμανική αντίσταση για εκπόνηση ΣΔΕ για λογαριασμό της Ουκρανίας και της Γεωργίας.

Βερολίνο και Παρίσι επισήμαναν τις άλυτες εδαφικές διενέξεις στη Γεωργία, τα μεγάλα ποσοστά κατά της ένταξης του ΝΑΤΟ στις σφυγμομετρήσεις της ουκρανικής κοινής γνώμης και την ευάλωτη φύση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και στις δύο χώρες. Η Αγκελα Μέρκελ, ενθυμούμενη την ομιλία του Πούτιν στο Μόναχο, εκτίμησε πως ο Ρώσος ηγέτης θα αντιμετώπιζε τις προσκλήσεις αυτές για είσοδο στο ΝΑΤΟ ως ευθεία και προσχεδιασμένη απειλή για το ίδιο του το καθεστώς, όπως επισημαίνει στη Wall Street Journal ο Κρίστοφ Χόισγκεν, διπλωματικός σύμβουλος της καγκελαρίου την εποχή εκείνη. Η Μέρκελ πείσθηκε επίσης ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν θα προσέφερε ουσιαστικά οφέλη στις χώρες αυτές, σύμφωνα με τον κ. Χόισγκεν. Η καγκελάριος ξεκαθάρισε εκ των προτέρων στον Πούτιν ότι το ΝΑΤΟ δεν θα καλούσε την Ουκρανία και τη Γεωργία να γίνουν μέλη του, καθώς η Συμμαχία ήταν διχασμένη πάνω στο θέμα αυτό. Ο Ρώσος πρόεδρος παρέμεινε, όμως, επιφυλακτικός.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου στο Βουκουρέστι, ο πρόεδρος Μπους εξέθεσε τα επιχειρήματά του υπέρ της ενταξιακής προοπτικής Ουκρανίας και Γεωργίας, χωρίς πάντως να πείσει τους εταίρους του. Την επόμενη ημέρα, η κ. Ράις –πρώην πανεπιστημιακός με ειδίκευση στα σοβιετικά και ρωσικά θέματα– και ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Στίβεν Χάντλεϊ προσπάθησαν να φθάσουν σε συμβιβασμό με τους Γερμανούς και Γάλλους ομολόγους τους. Η κ. Ράις επισήμανε ότι ο Πούτιν ήθελε να χρησιμοποιήσει την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και τη Γεωργία ως εργαλεία για την ανοικοδόμηση της ρωσικής παγκόσμιας ισχύος και ότι η επέκταση της ΝΑΤΟϊκής αμυντικής ασπίδας θα ήταν η τελευταία ευκαιρία για να τον σταματήσουν. Γερμανοί και Γάλλοι αξιωματούχοι παρέμειναν σκεπτικοί, εκτιμώντας ότι η ρωσική οικονομία ήταν υπερβολικά εξαρτημένη από τη δυτική τεχνολογία για να καταστεί πάλι απειλή. Οι συμμετέχοντες κατέληξαν σε συμβιβαστική λύση. «Συμφωνήσαμε σήμερα ότι οι χώρες αυτές θα γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ», ανέφερε το ανακοινωθέν, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει χρονικό ορίζοντα και χωρίς να κάνει λόγο για ΣΔΕ.

Επιβλαβής συμβιβασμός

Πολλοί υποστηρικτές της Ουκρανίας αναθάρρησαν. Κάποιοι αξιωματούχοι στο Βουκουρέστι, όμως, συνειδητοποίησαν ότι ο συμβιβασμός ήταν επιβλαβής για όλες τις πλευρές. Το ΝΑΤΟ είχε στοχοποιήσει τους Ουκρανούς και τους Γεωργιανούς χωρίς να τους προσφέρει την παραμικρή προστασία. «Το γεγονός είναι ότι απορρίψαμε την αίτηση της Ουκρανίας και αφήσαμε τη χώρα διπλωματικά μετέωρη», λέει ο Ράντοσλαβ Σικόρσκι, τότε υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας. Ο Πούτιν προσήλθε στη σύνοδο την ερχόμενη ημέρα. Μίλησε κεκλεισμένων των θυρών και αποσαφήνισε τη διαφωνία του με την κίνηση του ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας την Ουκρανία «κατασκευασμένη χώρα». Σε δημόσιες δηλώσεις του εκείνη την ημέρα, διερωτήθηκε εάν η Κριμαία είχε μεταβιβασθεί νομότυπα στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εποχής. Ο Ντάνιελ Φριντ, τότε επικεφαλής της διεύθυνσης Ευρώπης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, και ο Μάριους Χάντσλικ, τότε σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Πολωνού προέδρου, δεν μπόρεσαν να κρύψουν το σοκ που ένιωσαν. Επρόκειτο για πρώιμο δείγμα της πρόθεσης του Πούτιν να ανατρέψει το status quo.

Τέσσερις μήνες αργότερα, ο ρωσικός στρατός εισέβαλε στη Γεωργία, εκμεταλλευόμενος διένεξη μεταξύ της κυβέρνησης της Τιφλίδας και υποστηριζόμενων από τη Ρωσία αυτονομιστών. Η Ρωσία δεν κατέλαβε την Τιφλίδα, αλλά απέδειξε ότι δεν δίσταζε να επεμβαίνει σε γειτονικές της χώρες, οι οποίες έτρεφαν φιλοδοξίες εισόδου στο ΝΑΤΟ. Οι φόβοι του Πούτιν για ουκρανικού τύπου λαϊκή εξέγερση, που θα μεταδοθεί στη Ρωσία, οξύνθηκαν από το κύμα διαδηλώσεων σε ρωσικές πόλεις το 2011. Δεκάδες χιλιάδες πολίτες είχαν βγει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τον αυταρχισμό του καθεστώτος και τη χειραγώγηση των εκλογών. Ο Πούτιν πίστεψε ότι οι διαδηλώσεις αποτελούσαν υποκινούμενη από τις ΗΠΑ προσπάθεια ανατροπής του, σημειώνει ο Βούλγαρος πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ, ο οποίος συμμετείχε σε δείπνο του Πούτιν στο Σότσι. Ο Ρώσος πρόεδρος είπε στους προσκεκλημένους του ότι οι διαδηλώσεις δεν ήταν αυθόρμητες, αλλά οργανωμένες από την αμερικανική πρεσβεία. «Το πιστεύει βαθιά», λέει σήμερα οι Κράστεφ.

Το Κρεμλίνο διοργάνωσε μεγάλες φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις, με κεντρικό σύνθημα την αντίθεση στην Πορτοκαλί Επανάσταση στην Ουκρανία. Οι εξεγέρσεις της Αραβικής Ανοιξης, που διεξάγονταν τις ημέρες εκείνες και οδήγησαν στην ανατροπή αυταρχικών ηγετών στη Μέση Ανατολή, ενέτειναν τους φόβους του Πούτιν. «Αυτή είναι η στιγμή που μεταμορφώθηκε σε ένθερμο εθνικιστή. Η μεγάλη ανησυχία του ήταν πως η Ουκρανία θα μπορούσε να γίνει οικονομικά και πολιτικά επιτυχημένη, και αυτό θα ενέσπειρε την αμφιβολία μεταξύ των Ρώσων πολιτών σχετικά με τις ικανότητες της ηγεσίας τους», τονίζει ο Χόισγκεν. Η Ουκρανία βρισκόταν, όμως, πάλι στην κόψη του ξυραφιού. Ο Γιούσενκο εξασφάλισε ποσοστό μόλις 5% στις προεδρικές εκλογές του 2010, ενώ ο Γιανουκόβιτς νίκησε, υποσχόμενος καλές σχέσεις με τη Δύση, αλλά και τη Ρωσία, χωρίς να ξέρει ότι κανένα από τα δύο δεν θα ήταν εύκολο. Ο Γιανουκόβιτς εξασφάλισε συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ε.Ε. Την ίδια ώρα, ωστόσο, αντιμετώπισε πιέσεις από τον Πούτιν προκειμένου η Ουκρανία να γίνει μέλος τελωνειακής ένωσης με τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και το Καζακστάν. Η Ε.Ε. διεμήνυσε στο Κίεβο ότι αυτό ήταν αδύνατο, καθώς οι τελωνειακοί κανονισμοί ήταν ασυμβίβαστοι μεταξύ τους.

«Κρίσιμη απειλή»

Ακολουθώντας τη συνηθισμένη πολιτική τους σε θέματα εμπορίου και διακυβέρνησης, οι Βρυξέλλες απαίτησαν από την Ουκρανία να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις της δικαστικής εξουσίας και να ενισχύσει το κράτος δικαίου, ως προϋποθέσεις εμπορικής συμφωνίας. Τον Νοέμβριο του 2013, το Κίεβο ανέστειλε αιφνιδιαστικά τις συνομιλίες με την Ε.Ε., επικαλούμενο ρωσική πίεση. Ο Πούτιν είχε χαρακτηρίσει το προσχέδιο συμφωνίας Ε.Ε. – Ουκρανίας «κρίσιμη απειλή» για τη ρωσική οικονομία. Τον χειμώνα εκείνον οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σε όλη την Ουκρανία. Οι μεγαλύτερες πραγματοποιήθηκαν στην πλατεία Ανεξαρτησίας στο Κίεβο, γνωστή ως Μαϊντάν. Για τους διαδηλωτές, η συμφωνία με την Ε.Ε. ήταν πολύ παραπάνω από εμπορικό σύμφωνο. Εξέφραζε τις φιλοδοξίες μεταμόρφωσης της Ουκρανίας σε δημοκρατική, ευημερούσα ευρωπαϊκή χώρα.

Οι συγκρούσεις με την αστυνομία έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Τον Φεβρουάριο του 2014, η αστυνομία σκότωσε δεκάδες διαδηλωτές σε μία μόλις ημέρα, προκαλώντας τη φυγή των συμμάχων του Γιανουκόβιτς. Στις 21 Φεβρουαρίου, ομάδα Ευρωπαίων υπουργών Εξωτερικών μεσολάβησε σε συμφωνία διανομής της εξουσίας μεταξύ ουκρανικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης με στόχο την αποκλιμάκωση της κρίσης. Το πλήθος στην πλατεία Μαϊντάν καταψήφισε διά βοής τη συμφωνία και απαίτησε την παραίτηση του Γιανουκόβιτς. Οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας εξαφανίσθηκαν από το κέντρο του Κιέβου, καθώς διαισθάνθηκαν την αλλαγή στους συσχετισμούς δυνάμεων.

Ο Γιανουκόβιτς παρέμεινε στο γραφείο του με Ρώσο στρατηγό της FSB –διαδόχου της KGB– τον οποίο είχε στείλει ο πρόεδρος Πούτιν για να πατάξει την εξέγερση. Ο Ρώσος στρατηγός διαβεβαίωσε τον Γιανουκόβιτς ότι ένοπλοι διαδηλωτές σχεδίαζαν τη δολοφονία του ίδιου και της οικογένειάς του και ότι η ώρα ήταν κατάλληλη για να αναλάβει δράση ο στρατός.

Η απόσχιση της Κριμαίας το 2014 με το πιστόλι στον κρόταφο
Αντί να υπακούσει στα ρωσικά κελεύσματα για ανάπτυξη στρατού απέναντι στους διαδηλωτές, ο Γιανουκόβιτς επέλεξε να εγκαταλείψει το Κίεβο με ελικόπτερο. Σε ολονύχτια σύσκεψη με τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας, ο Πούτιν συζήτησε τη φυγή του Γιανουκόβιτς, αλλά και την προσάρτηση της Κριμαίας. Λίγες ημέρες αργότερα, ρωσικά στρατεύματα χωρίς διακριτικά στις στολές τους κατέλαβαν τη χερσόνησο της Κριμαίας. Το τοπικό Κοινοβούλιο, σε συνεδρίαση που διεξήχθη με το πιστόλι στον κρόταφο, ψήφισε υπέρ της απόσχισης από την Ουκρανία. Η Ρωσία τροφοδότησε επίσης αυτονομιστική εξέγερση στην περιοχή του Ντονμπάς, το βιομηχανικό κέντρο της Ουκρανίας. Οταν ουκρανικά στρατεύματα κατέλαβαν από τους αυτονομιστές τα εδάφη αυτά, ρωσικά στρατεύματα παρενέβησαν για να καταφέρουν αιματηρή ήττα στον ελλιπώς εξοπλισμένο ουκρανικό στρατό.

Η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος από μέρους του Πούτιν είχε, όμως, σοβαρές πολιτικές συνέπειες για τον Ρώσο πρόεδρο. Παρότι είχε εξασφαλίσει τον έλεγχο του Ντονμπάς και της Κριμαίας, έχανε την υπόλοιπη Ουκρανία. Η χώρα ήταν παραδοσιακά, γλωσσικά, πολιτισμικά, αλλά και ηλικιακά διαιρεμένη. Οι μορφωμένοι νέοι από τη δυτική Ουκρανία αντλούσαν έμπνευση από την Ευρώπη, ενώ οι ηλικιωμένοι και οι βιομηχανικοί εργάτες στα ανατολικά της χώρας ήταν συνήθως ρωσόφωνοι και θεωρούσαν τη Ρωσία φυσικό τους εταίρο.

Ο διχασμός αυτός εκδηλώθηκε στις εκλογές και στις εξεγέρσεις του 2014, για να υποχωρήσει ωστόσο σταδιακά. Πολλοί ρωσόφωνοι Ουκρανοί εγκατέλειψαν το οικονομικά υποβαθμισμένο, ελεγχόμενο από τους αυτονομιστές Ντονμπάς, ενώ οι κάτοικοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τη ρωσική επιρροή. Ο Πούτιν πραγματοποιούσε αυτό που οι Ουκρανοί πολιτικοί δεν είχαν καταφέρει: να συσπειρώσει ένα έθνος.

Η Αγκελα Μέρκελ ανέλαβε, για λογαριασμό της Ευρώπης, να μεταπείσει τον Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος επέλεξε να την παραπλανήσει για την παρουσία ρωσικού στρατού σε Κριμαία και Ντονμπάς. Σε συνάντησή τους στα τέλη του 2014 στο περιθώριο της συνόδου του G20, η Μέρκελ συνειδητοποίησε ότι ο Πούτιν είχε πλέον υιοθετήσει τρόπο σκέψης ο οποίος δεν θα του επέτρεπε να συμφιλιωθεί με τη Δύση. Ενώ η συζήτηση μεταξύ τους αφορούσε την Ουκρανία, ο Πούτιν μίλησε με έντονο ύφος για τις διεφθαρμένες δυτικές δημοκρατίες, η ηθική καταρράκωση των οποίων ήταν εμφανής με την εξάπλωση της «ομοφυλοφιλικής κουλτούρας». Παρά τις επιφυλάξεις της, η κ. Μέρκελ ενίσχυσε την εξάρτηση της Γερμανίας από το ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο και ενέκρινε την κατασκευή αμφιλεγόμενου αγωγού φυσικού αερίου από τη Ρωσία στη Γερμανία, παρακάμπτοντας την Ουκρανία και την ανατολική Ευρώπη. Η πολιτική του Βερολίνου επρόκειτο να οδηγήσει σε κατευνασμό των ρωσικών γεωπολιτικών φιλοδοξιών.

Το πρόγραμμα εξοπλισμού και εκπαίδευσης του ουκρανικού στρατού από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ υπήρξε περιορισμένο εξαιτίας της πρόθεσης της κυβέρνησης Ομπάμα να αποφύγει κάθε πρόκληση. Ο πρόεδρος Τραμπ ενίσχυσε τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, για να την αναστείλει το 2019, ως μέσον πίεσης στο νεοεκλεγέντα Ουκρανό πρόεδρο Ζελένσκι προκειμένου αυτός να εντοπίσει επιβαρυντικά στοιχεία για τον Τζο Μπάιντεν και τις δοσοληψίες του γιου του, Χάντερ, στην Ουκρανία.

Ο πρώην κωμικός Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε εκλεγεί πανηγυρικά το 2019, υποσχόμενος να αντιμετωπίσει τη διαφθορά και να δώσει τέλος στον πόλεμο στο Ντονμπάς. Ο Πούτιν τον αντιμετώπισε, όμως, περιφρονητικά στη μοναδική τους συνάντηση σε σύνοδο κορυφής στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2019. Πολλοί παριστάμενοι πείσθηκαν ότι ο Πούτιν ένιωθε απέχθεια για τον Ζελένσκι.

Η εκλογή Μπάιντεν το 2021 σηματοδότησε την πρόθεση της Ουάσιγκτον για μετατόπιση του κέντρου βάρους της αμερικανικής διπλωματίας μακριά από την Ευρώπη, με στόχο την ανάσχεση της κινεζικής επιρροής στην Ασία και αλλού. Ο Μπάιντεν θα έπαυε να επιδιώκει αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας, όπως είχε κάνει ο Ομπάμα. Το εθνικό συμβούλιο ασφαλείας των ΗΠΑ χαρακτήριζε την ιδανική σχέση με τη Ρωσία ως «σταθερή και προβλέψιμη».

Αντί για αυτό, όμως, ο Πούτιν συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στα ανατολικά σύνορα της Ουκρανίας, με πρόφαση στρατιωτικά γυμνάσια. Οταν ο Ζελένσκι συναντήθηκε με τον Μπάιντεν τον Σεπτέμβριο στην Ουάσιγκτον, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν πακέτο στρατιωτικής βοήθειας αξίας 60 εκατ. δολαρίων, που δεν περιελάμβανε ωστόσο αντιαεροπορικά και αντιαρματικά όπλα. Λίγες ημέρες αργότερα, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ενημερώθηκαν για τη μετακίνηση σημαντικών ρωσικών δυνάμεων στα σύνορα με την Ουκρανία, με τη NSA να εκτιμά στις 27 Οκτωβρίου ότι ο ρωσικός στρατός θα ήταν έτοιμος να επιτεθεί στα τέλη Ιανουαρίου. Παρά την απόφαση του Λευκού Οίκου να αυξήσει τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο στις 27 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος Μπάιντεν επικοινώνησε με τον Πούτιν τρεις ημέρες αργότερα για να τον διαβεβαιώσει ότι οι ΗΠΑ δεν επρόκειτο να αναπτύξουν πυραύλους σε ουκρανικό έδαφος, καλώντας τον Ρώσο ομόλογό του να επιλέξει την αποκλιμάκωση.

Στα μέσα Ιανουαρίου, η Ουάσιγκτον διέθετε ακριβείς πληροφορίες για το ρωσικό σχέδιο επίθεσης, συμπεριλαμβανόμενης και της προέλασης προς το Κίεβο από τη Λευκορωσία. Η CIA είναι αυτή που προσέφερε στην ουκρανική κυβέρνηση την κρίσιμη αυτή πληροφορία, που ίσως να άλλαξε τη ροή του πολέμου και να στέρησε από τον Πούτιν μια εύκολη νίκη.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ KATHIMERINI.GR   ΑΡΘΡΟ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Πηγή fantomas.gr

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*